Η τεχνολογία έχει κάνει την ηχογράφηση μιας συνομιλίας απλή υπόθεση. Ένα κινητό τηλέφωνο αρκεί. Το νομικό αποτέλεσμα όμως δεν είναι καθόλου απλό. Στην Κύπρο, η κρυφή καταγραφή ιδιωτικής συνομιλίας δεν είναι ένα αθώο μέσο «προστασίας», ούτε ένας εύκολος τρόπος για να εξασφαλίσει κάποιος αποδεικτικό υλικό για μελλοντική χρήση. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει σε ποινική ευθύνη.
Το ζήτημα αυτό επανήλθε έντονα στο προσκήνιο μέσα από πρόσφατη απόφαση του Εφετείου, η οποία επιβεβαίωσε καταδίκη για υποκλοπή και χρήση ιδιωτικής επικοινωνίας χωρίς συγκατάθεση. Η υπόθεση ανέδειξε ένα πολύ ουσιαστικό νομικό σημείο. Το αν μια συνομιλία θεωρείται ιδιωτική δεν εξαρτάται μόνο από το θέμα που συζητείται, αλλά κυρίως από το πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξάγεται και από το αν οι συμμετέχοντες είχαν εύλογη προσδοκία εμπιστευτικότητας.
Τι θεωρείται ιδιωτική συνομιλία;
Συχνά υπάρχει η λανθασμένη εντύπωση ότι μόνο οι καθαρά προσωπικές ή οικογενειακές συνομιλίες προστατεύονται. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Μια επαγγελματική ή υπηρεσιακή συνομιλία μπορεί επίσης να θεωρηθεί ιδιωτική, εφόσον διεξάγεται μεταξύ συγκεκριμένων προσώπων, σε μη δημόσιο πλαίσιο, με την εύλογη πεποίθηση ότι δεν καταγράφεται και δεν θα διαρρεύσει.
Αυτό ακριβώς αποτυπώνεται και στη σχετική νομολογία. Το Εφετείο έκρινε ότι ο όρος «ιδιωτική» δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο αντικείμενο της επικοινωνίας, αλλά και στον εμπιστευτικό τρόπο με τον οποίο αυτή πραγματοποιείται. Με απλά λόγια, μια συνομιλία δεν παύει να είναι προστατευόμενη μόνο και μόνο επειδή αφορά επαγγελματικά, διοικητικά ή οικονομικά θέματα.
Τι προβλέπει ο κυπριακός νόμος;
Η προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας στην Κύπρο δεν είναι απλώς θεωρητική. Στηρίζεται τόσο στο Σύνταγμα όσο και στον περί Προστασίας του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας Νόμο του 1996, Ν. 92(I)/1996. Ο νόμος αυτός ποινικοποιεί, μεταξύ άλλων, την εσκεμμένη υποκλοπή ή παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας, καθώς και την αποκάλυψη ή χρησιμοποίηση του περιεχομένου της, όταν αυτό έχει ληφθεί παράνομα.
Αυτό σημαίνει ότι το νομικό πρόβλημα δεν σταματά στην ίδια την ηχογράφηση. Μπορεί να επεκταθεί και στη μετέπειτα χρήση της. Αν κάποιος καταγράψει παράνομα μια συνομιλία και στη συνέχεια τη δώσει σε τρίτους, την καταθέσει σε αρχή ή επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει προς όφελός του, ενδέχεται να εκτεθεί σε επιπρόσθετη ποινική ευθύνη, ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά της κάθε υπόθεσης.
Μπορεί κάποιος να ηχογραφήσει για να προστατεύσει τον εαυτό του;
Αυτό είναι ίσως το πιο συχνό επιχείρημα στην πράξη. Πολλοί θεωρούν ότι αν φοβούνται αδικία, απειλή, εκβιασμό ή μελλοντική διαφορά, έχουν δικαίωμα να καταγράψουν τον συνομιλητή τους εν αγνοία του ώστε να έχουν «απόδειξη». Νομικά, αυτή η σκέψη είναι επικίνδυνη.
Η πρόσφατη κυπριακή νομολογία δείχνει ότι το επιχείρημα της μελλοντικής χρήσης σε διαδικασία δεν λειτουργεί αυτομάτως ως άμυνα. Το γεγονός ότι κάποιος πιστεύει πως η ηχογράφηση μπορεί να τον βοηθήσει σε μεταγενέστερη διαφορά δεν του δίνει από μόνο του το δικαίωμα να παρακάμψει το προστατευόμενο απόρρητο της ιδιωτικής επικοινωνίας.
Γίνεται μια τέτοια ηχογράφηση δεκτή στο Δικαστήριο;
Εδώ χρειάζεται προσοχή, γιατί στην πράξη συγχέονται δύο διαφορετικά ζητήματα. Άλλο πράγμα είναι αν μια ηχογράφηση έγινε παράνομα και άλλο αν μπορεί να γίνει δεκτή ως μαρτυρία. Στην Κύπρο, η προσέγγιση των δικαστηρίων απέναντι σε μαρτυρία που αποκτήθηκε κατά παράβαση θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι παραδοσιακά αυστηρή. Η νομολογία έχει τονίσει ότι μαρτυρία που αποκτήθηκε κατά παράβαση συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων δεν αντιμετωπίζεται με ελαστικότητα.
Υπάρχουν βέβαια περιπτώσεις όπου ηχογραφημένο υλικό μπορεί να είναι αποδεκτό, για παράδειγμα όταν η καταγραφή δεν συνιστά παράνομη υποκλοπή ιδιωτικής επικοινωνίας ή όταν υπάρχει νόμιμη βάση και συναίνεση. Όμως η κρυφή μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας χωρίς γνώση του άλλου προσώπου κινείται σε εξαιρετικά επικίνδυνο νομικό έδαφος.
Γιατί η απόφαση αυτή έχει πρακτική σημασία;
Η σημασία της απόφασης δεν περιορίζεται σε αθλητικές, εταιρικές ή προσωπικές διαφορές. Αγγίζει ένα πολύ ευρύτερο φάσμα υποθέσεων. Εργατικές διαφορές, διαπραγματεύσεις μεταξύ επιχειρηματικών εταίρων, συναντήσεις σε γραφεία, τηλεφωνικές επικοινωνίες για οικονομικά θέματα και εσωτερικές συνομιλίες μέσα σε οργανισμούς μπορεί να εμπίπτουν σε καθεστώς προστασίας όταν έχουν εμπιστευτικό χαρακτήρα.
Με άλλα λόγια, το ότι μια συνομιλία έγινε στο πλαίσιο επαγγελματικής σχέσης δεν σημαίνει ότι είναι «ελεύθερη για καταγραφή». Αν υπάρχει εύλογη προσδοκία ότι η επικοινωνία παραμένει μεταξύ των συμμετεχόντων, η μονομερής και κρυφή ηχογράφηση μπορεί να δημιουργήσει σοβαρό πρόβλημα για εκείνον που την έκανε.
Νομικές συνέπειες:
Στην Κύπρο, η καταγραφή ιδιωτικής συνομιλίας χωρίς νόμιμη βάση μπορεί να έχει κυρίως τρεις σοβαρές νομικές συνέπειες:
Πρώτον, ποινική ευθύνη.
Ο περί Προστασίας του Απόρρητου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας Νόμος, Ν. 92(I)/1996, ποινικοποιεί την υποκλοπή ή παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας και προβλέπει, μετά την τροποποίηση του 2020, ποινή που μπορεί να φτάσει μέχρι 10 έτη φυλάκιση ή/και χρηματική ποινή μέχρι €100.000, ανάλογα με τη διάταξη και τα πραγματικά περιστατικά. Η πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Νικόλας Νεοκλέους ν. Μιχάλη Σπύρου επιβεβαίωσε ότι κρυφή ηχογράφηση ιδιωτικής τηλεφωνικής επικοινωνίας χωρίς γνώση και συναίνεση μπορεί να στοιχειοθετεί αδίκημα βάσει του Ν. 92(I)/1996.
Δεύτερον, πρόβλημα στη χρήση της ηχογράφησης ως αποδεικτικού μέσου.
Το άρθρο 16 του ίδιου νόμου ορίζει ότι το περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας που λήφθηκε έπειτα από υποκλοπή ή παρακολούθηση, καθώς και μαρτυρία που πηγάζει από αυτό, δεν είναι παραδεκτό σε δικαστική διαδικασία, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος, όπως όταν υπάρχει δικαστικό ένταλμα ή προηγούμενη ρητή έγκριση από το πρόσωπο που προέβη ή έλαβε την επικοινωνία. Παράλληλα, η κυπριακή νομολογία από την Police v. Georghiades (1983) 2 CLR 33 έχει χαράξει αυστηρή γραμμή κατά της αποδοχής μαρτυρίας που αποκτήθηκε κατά παράβαση θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Τρίτον, η παράνομη χρήση ή αποκάλυψη του υλικού μπορεί να σε εκθέσει περαιτέρω.
Το νομικό πρόβλημα δεν σταματά μόνο στη στιγμή της καταγραφής. Αν το υλικό έχει ληφθεί παράνομα, η μεταγενέστερη επίκληση, κοινοποίηση ή αξιοποίησή του μπορεί να επιδεινώσει τη θέση του προσώπου που το κατέγραψε, αντί να το προστατεύσει. Αυτό ακριβώς φάνηκε και στην πιο πάνω υπόθεση, όπου το Εφετείο αντιμετώπισε σοβαρά όχι μόνο την ίδια τη μαγνητοφώνηση αλλά και τη μεταγενέστερη χρήση της.
Υπάρχει και ένα ακόμη επίπεδο: προσωπικά δεδομένα.
Όταν η καταγραφή γίνεται από επιχείρηση, εργοδότη, οργανισμό ή μέσω συστήματος παρακολούθησης, μπορεί να προκύψουν και ζητήματα νομιμότητας επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων υπό το GDPR και την εποπτεία της Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Η ίδια η Επίτροπος είναι η αρμόδια αρχή για την εφαρμογή του GDPR στην Κύπρο.
Δεν είναι κάθε ηχογράφηση παράνομη, αλλά η κρυφή καταγραφή ιδιωτικής συνομιλίας χωρίς συναίνεση είναι εξαιρετικά επικίνδυνη νομικά. Μπορεί να οδηγήσει σε ποινική δίωξη και ταυτόχρονα να μην μπορείς καν να χρησιμοποιήσεις το υλικό υπέρ σου στο δικαστήριο. Ωραίο σχέδιο στο μυαλό του πελάτη, συχνά καταστροφικό στην πράξη.
Τι πρέπει να κάνει κάποιος πριν χρησιμοποιήσει ηχογράφηση;
Κάθε υπόθεση έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες. Η αξιολόγηση εξαρτάται από το ποιος έκανε την καταγραφή, υπό ποιες συνθήκες, τι ακριβώς καταγράφηκε, αν υπήρχε συναίνεση, πώς χρησιμοποιήθηκε το υλικό και σε ποιο πλαίσιο επιχειρείται να αξιοποιηθεί. Για τον λόγο αυτό, πριν γίνει οποιαδήποτε χρήση ηχογραφημένου υλικού, απαιτείται προσεκτικός νομικός έλεγχος.
Σε αρκετές περιπτώσεις, το πραγματικό νομικό ρίσκο δεν βρίσκεται μόνο στο αν το υλικό θα βοηθήσει μια υπόθεση, αλλά στο αν η ίδια η κατοχή, αποκάλυψη ή χρήση του μπορεί να δημιουργήσει ποινική ή αστική έκθεση για το πρόσωπο που το επικαλείται.
Για εξειδικευμένη νομική καθοδήγηση σχετικά με ζητήματα απορρήτου επικοινωνίας, αποδεικτικής αξίας ηχογραφήσεων και πιθανής ποινικής ευθύνης, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας μέσω της σελίδας.